ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Σαν σήμερα το 1960: Η Σύμβαση για το μεγάλο ταξίδι των γκάσταρμπαϊτερ στη Γερμανία

Ήταν 30 Μαρτίου του 1960 όταν Δυτική Γερμανία και Ελλάδα υπέγραφαν τη «Σύμβασης Περί Επιλογής και Τοποθετήσεως Ελλήνων εργατών εις γερμανικάς επιχειρήσεις». Μία μέρα μόλις πριν αντίστοιχη συνθήκη είχε υπογραφεί μεταξύ Δυτική Γερμανίας και Ισπανίας, με αποτέλεσμα να επικρατήσει στη Γερμανία ο όρος «διπλή συνθήκη» για τις συμφωνίες με τις δύο χώρες της Μεσογείου., με την Ισπανία στις 29 και με την Ελλάδα στις 30 Μαρτίου.

Είχαν προηγηθεί αντίστοιχες διακρατικές συμφωνίες της Δ. Γερμανίας το 1955 με την Ιταλία, το 1961 με την Τουρκία, το 1963 με το Μαρόκο, το 1964 με την Πορτογαλία, το 1965 με την Τυνησία και το 1968 με τη Γιουγκοσλαβία.

Με αυτό τον τρόπο η ηττημένη χώρα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε καταφέρει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ραγδαία αναπτυσσόμενης βιομηχανίας της, εξασφαλίζοντας φθηνό εργατικό δυναμικό, την ίδια ώρα που επιδίωκε να καλλιεργήσει διμερείς οικονομικές σχέσεις με χώρες που είχαν υποφέρει από τη ναζιστική Κατοχή, εξυπηρετώντας σκοπούς της τότε σχεδιαζόμενης εξωτερικής πολιτικής της.

Η Ελλάδα την περίοδο εκείνη βρισκόταν στο αποκορύφωμα μίας εσωτερικής μετανάστευσης από την ύπαιθρο στις μεγάλες πόλεις, χωρίς ωστόσο να υπάρχει δυνατότητα απορρόφησης του προσφερόμενου εργατικού δυναμικού σε μία χώρα που ακόμα προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της από το Β’ Παγκόσμιο και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε.

Έτσι η συγκεκριμένη συμφωνία αποτέλεσε για χιλιάδες Έλληνες μία ευκαιρία για δουλειά και μία καλύτερη ζωή στην Ευρώπη που φάνταζε ως η Αμερική των μεταναστών του προηγούμενου αιώνα καλύτερη ζωή. Την ίδια στιγμή το επίσημο ελληνικό κράτος προσδοκούσε στην εισαγωγή συναλλάγματος από χιλιάδες εργαζομένους στη Γερμανία ως στήριγμα στην ασθενική του οικονομία.

Με την υπογραφή της σύμβασης άνοιξαν στην Αθήνα (επί της οδού Βίκτωρος Ουγκώ) και στη Θεσσαλονίκη (επί της οδού Δωδεκανήσου) οι εν Ελλάδι Γερμανικές Επιτροπές, που ήταν αρμόδιες για την έγκριση της πρόσληψη των Ελλήνων εργατών, εξετάζοντας εξονυχιστικά την καταλληλότητά τους, από άποψη υγείας και ειδικών γνώσεων, ενώ οργάνωναν και το ταξίδι τους. Η τακτική προσέλκυσης την εποχή εκείνη θύμιζε «σύγχρονο σκλαβοπάζαρο».

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Χανς Γιόργκ Έκχαρντ, που εργάστηκε στο Γραφείο Θεσσαλονίκης από το 1965 έως το 1967, οι ιατρικές εξετάσεις ήταν πολύ αυστηρές: μετρήσεις μυών, ακτινογραφίες θώρακος, οδοντιατρικές εξετάσεις κ.ά.

gasterbaiter

«Έπρεπε να επιλέξουμε καλό ανθρώπινο υλικό, αυτή ήταν η εντολή. Από Γερμανία μας λέγανε «στείλτε μας τόσα τεμάχια», και αυτό πιστέψτε με, με πονούσε πολύ, καθώς αντίκριζα καθημερινά νέους ανθρώπους να ψάχνουν για ελπίδα, ένα καλύτερο αύριο», είχε δηλώσει ο Χανς Γιόργκ Έκχαρντ.

«Οι εργοδότες ήθελαν να προσλάβουν μόνο νέους, υγιείς ανθρώπους, με γερά χέρια και πόδια, για να εργαστούν στη βιομηχανία. Η Ελλάδα ήταν και η πρώτη χώρα που έστειλε στη Γερμανία γυναίκες χωρίς τους συζύγους. Μπορείτε να φανταστείτε το δράμα αυτών των γυναικών, που πήγαιναν σε έναν ξένο τόπο, αφήνοντας συζύγους, παιδιά, χωρίς να ξέρουν ούτε μία λέξη γερμανική. Οι γυναίκες προτιμούνταν από τις φάμπρικές της κλωστοϋφαντουργίας, αλλά και στη βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών, καθώς τα χέρια τους ήταν πιο λεπτά και επιδέξια, απ΄ αυτά των ανδρών. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τις εικόνες στο σταθμό του τρένου, στη Θεσσαλονίκη, με τους άνδρες να αποχαιρετούν με δάκρυα στα μάτια τις συζύγους τους, κρατώντας μωρά παιδιά στην αγκαλιά τους. Και εκείνες, με απόγνωση, να προσπαθούν να τούς δώσουν κουράγιο».

Το πρώτο συμβόλαιο, όπως αναφέρει ο κ. Έκχαρντ είχε συνήθως διάρκεια ενός έτους, και δεν ήταν καλά πληρωμένο. Αν όλα πήγαιναν καλά, οι γυναίκες είχαν, μετά, το δικαίωμα να αλλάξουν δουλειά, πόλη και να κάνουν πρόσκληση, με συναίνεση του εργοδότη, στον σύντροφο τους. Αν, όμως, δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις του εργοδότη, έχαναν το δικαίωμα να εργαστούν στη Γερμανία.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, έως το 1973, όταν η Γερμανία πάγωσε μονόπλευρα όλες τις συμβάσεις πρόσληψης αλλοδαπών, μετανάστευσαν περίπου 600.000 Έλληνες εργάτες.

Για όσους από την Αθήνα εξασφάλιζαν την πολυπόθητη «πράσινη κάρτα» εργασίας, το ταξίδι ξεκινούσε συνήθως από τον Πειραιά, με το θρυλικό φέριμποτ «Κολοκοτρώνης», για να φτάσουν στο Μπρίντεζι της Ιταλίας και στη συνέχεια, με τρένο, για τη Γερμανία. Από τη Θεσσαλονίκη ταξίδευαν προς το Μόναχο, με ειδικές αμαξοστοιχίες, που ήταν συνήθως υπερπλήρεις, καθώς μετέφεραν, σε πολλές περιπτώσεις, πάνω από 1.000 άτομα. Τα μαζικά αυτά ταξίδια, τα οποία η γερμανική διοίκηση μέχρι το 1972 τα ονόμαζε «μεταφορές» σαν να είχε να κάνει με εμπορεύματα, έχουν χαραχτεί βαθιά στη μνήμη των μεταναστών.

Στο ταξίδι από Θεσσαλονίκη προς Μόναχο πολλοί κάθονταν πάνω στη βαλίτσα τους, κατά τη διάρκεια όλου του ταξιδιού, που κρατούσε δυόμισι μέρες. Ειδικοί συνοδοί διενεργούσαν ελέγχους μέσα στο τρένο και υποδείκνυαν στους ταξιδιώτες πώς να χρησιμοποιούν τις τουαλέτες, τούς εφιστούσαν την προσοχή στην καθαριότητα και τούς απαγόρευαν να πετούν σκουπίδια από το παράθυρο.

Στο Μόναχο, τα τρένα έφθαναν στη γραμμή 11, την οποία οι Ιταλοί είχαν βαφτίσει «Γραμμή της Ελπίδας». Από εκεί, τούς οδηγούσαν στο πρώην αεροπορικό καταφύγιο, κάτω από το σιδηροδρομικό σταθμό, που είχε διαμορφωθεί σε αίθουσα διαμονής. Από την πρωτεύουσα της Βαυαρίας, οι μετανάστες προωθούνταν κυρίως στη μεταλλουργική βιομηχανία, στα εργοστάσια κατασκευής ηλεκτρολογικών και ηλεκτρονικών ειδών, αλλά και στις χημικές βιομηχανίες, από τη Νυρεμβέργη έως τη Στουτγάρδη, την Κολωνία και το Ντίσελντορφ, το Αμβούργο και το Βερολίνο, αναλαμβάνοντας στην ουσία δουλειές, που δεν ήθελαν να κάνουν οι ίδιοι οι Γερμανοί.

Εκεί αποκτούσαν και την επωνυμία του Gastarbeiter (φιλοξενούμενοι εργαζόμενοι) ή Katzelmacher, όπως υποτιμητικά χαρακτήριζαν στη Βαυαρία τους μετανάστες, που προέρχονται από τις νότιες χώρες. Ειδικά στο ξεκίνημα, η στέγαση των μεταναστών εργατών γινόταν σε παραπήγματα, τα οποία, εν μέρει, προέρχονταν από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως αναφέρεται στα αρχεία του Κέντρου Τεκμηρίωσης και του Μουσείου DOMiD, της Κολωνίας.

germania_gasterbaiter

Κάθε εργάτης είχε στη διάθεσή του ένα κρεβάτι σε κουκέτα, ένα ντουλάπι που κλείδωνε, μια θέση στο τραπέζι του φαγητού και μια καρέκλα ανά άτομο. Οι εστίες, χωρισμένες ανά φύλο (αν υπήρχαν αντρόγυνα έπρεπε να χωρίσουν), συχνά αποτελούσαν τμήμα των εργοστασιακών εγκαταστάσεων.

 

Ένα ακόμη πρόβλημα που είχαν να αντιπαλέψουν με όλες τους τις δυνάμεις, οι μετανάστες από την αρχή, ήταν το «ακόρντ», το πλαφόν δηλαδή στην παραγωγικότητα, που όσοι προσπαθούσαν να το ξεπεράσουν για να πάρουν πριμ, κατέληγαν, σε πολλές περιπτώσεις, με σοβαρά προβλήματα υγείας. Ταυτόχρονα, προκαλούσαν την αντιπάθεια των Γερμανών συναδέλφων τους, που έμεινα πίσω, καθώς τα «ακόρντ» ανέβαιναν συνεχώς εξαιτίας των Gastarbeiter.

Τραγική πτυχή στην υπόθεση της μετανάστευσης των Ελλήνων στη Γερμανία αποτέλεσαν τα παιδιά τους, που ήταν αναγκασμένοι να αφήσουν πίσω, με τους παππούδες και τις γιαγιάδες ή σε κάποια θεία, ακόμα και σε μακρινό συγγενή.

Τραύματα ανεξίτηλα άφησε η ιστορία αυτή και στα παιδιά και στους γονείς. Τα παιδιά, που κάποια από αυτά καλά- καλά δεν θυμόνταν τους γονείς, πάσχιζαν να είναι υπόδειγμα. Οι δε γονείς γνώριζαν τα παιδιά τους μέσα από φωτογραφίες ελπίζοντας πως ό,τι έκαναν ήταν για το δικό τους καλό.

Είχαν σκοπό να επιστρέψουν στην πατρίδα τους μετά από λίγα χρόνια εργασίας, αλλά αυτή η προσδοκία δεν εκπληρώθηκε, οπότε οι «γκάσταρμπαϊτερ» παρέμειναν και άρχισαν να εγκαθίστανται στη Γερμανία. Αν και αρχικά είχε συμφωνηθεί ένα σύστημα «εκ περιτροπής εργασίας», με βάση το οποίο οι πρώτοι μετανάστες θα έδιναν τη θέση τους μετά από λίγα χρόνια σε άλλους συμπατριώτες τους, ακόμα και οι ίδιοι οι Γερμανοί εργοδότες ενθάρρυναν τους υφισταμένους τους να μην αποχωρήσουν, γνωρίζοντας ότι η εκπαίδευση νέου εργατικού δυναμικού θα τους προκαλούσε πρόσθετα έξοδα.

Η ιστορία των Ελλήνων μεταναστών άρχισε να αλλάζει όταν απέκτησαν οικογένεια και παιδιά, επιδεικνύοντας μια αυξημένη διάθεση προσαρμογής, τόσο λόγω της μεγάλης παράδοσης που είχε η χώρα μας σε μετανάστευση, αλλά και με τη νοοτροπία που κυριάρχησε για μόρφωση των παιδιών ώστε να έχουν ένα καλύτερο μέλλον.

Σήμερα στη Γερμανία η ελληνική κοινότητα αριθμεί περί τις 290.000 άτομα.

Παρακολουθείστε στο παρακάτω βίντεο το σχετικό ντοκιμαντέρ του Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα: