ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Υπάτια: Η Αλεξανδρινή φιλόσοφος και μαθηματικός που δολοφονήθηκε από φανατισμένο όχλο (415)

Η Υπατία, ήταν σπουδαία νεοπλατωνική φιλόσοφος, μαθηματικός και αστρονόμος. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, πιθανότατα το 370 μ.Χ.

Η χρονολογία αυτή, βασίζεται σε πληροφορία του Ησύχιου στον Σουίδα. Ο επίσης Βυζαντινός ιστορικός Ιωάννης Μαλάλας, τοποθετεί την γέννησή της γύρω στο 355. Πατέρας της ήταν ο διαπρεπής μαθηματικός και αστρονόμος Θέων , ελληνοαιγυπτιακής καταγωγής. Εκτός από τα μαθηματικά και την αστρονομία, ενδιαφερόταν ιδιαίτερα και για τη φιλοσοφία, την παγανιστική θρησκευτική λογοτεχνία και τις παλιές ελληνικές μαντικές μεθόδους. Έχουν διασωθεί αρκετά από τα έργα του: «Τα Στοιχεία» του Ευκλείδη, διασκευασμένα για μαθητές, τα «Δεδομένα» και τα «Οπτικά» καθώς και σχόλια στα δεκατρία βιβλία της «Αλμαγέστης» (Μαθηματική Σύνταξη της Αστρονομίας) του Κλαύδιου Πτολεμαίου, στην πραγματεία του Πτολεμαίου «Πρόχειρος Κανών», σε 5 βιβλία και στον «Μικρόν Αστρολάβον», σε ένα βιβλίο.

Ανάμεσα στους επιστημονικούς συνεργάτες του Θέωνα, η Υπατία κατείχε εξέχουσα θέση. Ο Φιλοστόργιος μάλιστα, γράφει ότι υποσκέλισε τον πατέρα της, από τον οποίο είχε μυηθεί και στα απόκρυφα μαθηματικά, τόσο στα «κλασικά» μαθηματικά όσο και την αστρονομία.

Ο Θέων, μαζί με μια ομάδα στενών συνεργατών του μελετούσαν τα έργα των μαθηματικών των προηγούμενων αιώνων.

Πιθανότατα στις αρχές του 5ου αιώνα, ο Θέων πέθανε και τον διαδέχθηκε η κόρη του Υπατία. Φαίνεται ότι δίδασκε στους μαθητές της μαθηματικά και αστρονομία.

Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ – Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΠΑΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Το 385, ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας ο Θεόφιλος. Με την ενθρόνισή του, ξεκίνησαν ταραχές καθώς η χριστιανική Εκκλησία προσπαθούσε να οικειοποιηθεί τους ειδωλολατρικούς ναούς.
Ο Θεόφιλος, θέλησε να δώσει ένα ισχυρό χτύπημα στο Σεραπείο που ήταν κάποτε κέντρο λατρείας στην Αλεξάνδρεια.
Μια ομάδα Αλεξανδρινών ειδωλολατρών, οχυρώθηκε μέσα στο ναό και άρχισε να επιτίθεται στους πολιορκητές χριστιανούς. Ο Θεόφιλος κατέφυγε στις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές για βοήθεια. Με αυτοκρατορικό διάταγμα (του Μέγα Θεοδόσιου), οι ειδωλολάτρες εγκατέλειψαν το ναό, το Σεραπείο παραδόθηκε στην Εκκλησία και οι χριστιανοί που σκοτώθηκαν, ανακηρύχθηκαν μάρτυρες. Η Υπατία, δεν πήρε ενεργό μέρος στην υπεράσπιση του Σεραπείου, όπως έκαναν ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Ολύμπιος, ο Αμμώνιος και ο Ελλάδιος, δάσκαλοι της ελληνικής γλώσσας κ.α.

Τα επόμενα χρόνια, η Υπατία συνέχισε χωρίς προβλήματα τη διδασκαλία της. Αν και δεν ήταν χριστιανή, είχε απόλυτη πνευματική ανεξαρτησία και ανοχή των εκκλησιαστικών αρχών.

Ο Θεόφιλος όμως, είχε δημιουργήσει έντονες αντιπάθειες στους Αλεξανδρινούς παγανιστές και διαμαρτυρίες εκ μέρους των μοναχών της ερήμου της Νιτρίας (ορισμένοι από αυτούς, οι αποκαλούμενοι Ωριγενιστές, είχαν φύγει από την Αίγυπτο) αλλά και στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη τον Χρυσόστομο και διάφορες εκκλησιαστικές ομάδες της Ανατολής.

Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει, όταν στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, ανέβηκε ο Κύριλλος, ανιψιός του Θεόφιλου. Αν και σαν θεολόγος και δογματικός ήταν εξαίρετος, φαίνεται ότι ήταν βίαιος και αρχομανής.

Ο Κύριλλος,έγινε πατριάρχης Αλεξανδρείας στις 17 Οκτωβρίου 412 υπερισχύοντας του Τιμόθεου, άρχισε να «πολεμά» όσους δεν ακολουθούσαν το ορθόδοξο δόγμα. Έδιωξε τους Νοβατιανούς από την πόλη, έκλεισε τις εκκλησίες τους, δήμευσε τα λειτουργικά τους αντικείμενα και αφαίρεσε όλα τα δικαιώματα από τον Επίσκοπό τους.

Στη συνέχεια, στράφηκε εναντίον των Εβραίων. Βρήκε μάλιστα αφορμή από το ότι αντί να εορτάζουν τα Σάββατα και να μελετούν το Νόμο, παρακολουθούσαν θεατρικές παραστάσεις και δημιουργούσαν επεισόδια με τους χριστιανούς. Ένα Σάββατο, ο έπαρχος Ορέστης, ήταν στο θέατρο για να αναγγείλει παραστάσεις παντομίμας και ξαφνικά άρχισαν επεισόδια μεταξύ χριστιανών και Εβραίων. Οι τελευταίοι, ζήτησαν απ’ τον Ορέστη τη σύλληψη του Ιέρακα, Αλεξανδρινού δασκάλου και «πράκτορα» του Κύριλλου. Ο Ορέστης πραγματικά, διέταξε να συλληφθεί και να βασανιστεί ο Ιέρακας, κάτι που προκάλεσε την οργή του Κύριλλου, ο οποίος άρχισε να απειλεί τους Εβραίους με αντίποινα.

Ένα βράδυ, κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο ναός του Αγίου Αλεξάνδρου είχε πιάσει φωτιά. Οι χριστιανοί έτρεξαν να σώσουν την εκκλησία. Δέχτηκαν όμως επιθέσεις από τους Εβραίους οι οποίοι σκότωσαν πολλούς χριστιανούς. Έξαλλος ο Κύριλλος, με ένα μεγάλο χριστιανικό πλήθος, έτρεξε στη συναγωγή των Εβραίων. Διέταξε την αρπαγή των περιουσιών τους. Οι Εβραίοι καταδιώχθηκαν έξω από την πόλη.

Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Σωκράτης (4ος – 5ος αιώνας), γράφει ότι όλοι οι Εβραίοι που ζούσαν στην πόλη από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έφυγαν από την πόλη. Ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στον Ορέστη και τον Κύριλλο, ο οποίος βρέθηκε σε μειονεκτική θέση. Έσπευσαν όμως να τον βοηθήσουν διάφορα μέλη χριστιανικών ομάδων.

Πρώτοι, έφτασαν στην Αλεξάνδρεια 500 μοναχοί που άφησαν τα ερημητήριά τους στη Νιτρία και μπήκαν δυναμικά στην πόλη. Μια μέρα μάλιστα, σταμάτησαν τον Ορέστη που κυκλοφορούσε έφιππος στην πόλη και τον κατηγόρησαν για παγανισμό. Εκείνος διαμαρτυρήθηκε λέγοντας ότι ήταν χριστιανός, βαπτισμένος από τον επίσκοπο Αττικό. Οι μοναχοί όμως συνέχισαν τις επιθέσεις εναντίον του. Ένας μάλιστα από αυτούς, ο Αμμώνιος, του πέταξε στο κεφάλι μια πέτρα. Ο έπαρχος άρχισε να αιμορραγεί, οι σωματοφύλακές του έντρομοι το έβαλαν στα πόδια. Σώθηκε τελικά χάρη στην επέμβαση ενός πλήθους χριστιανών, οι οποίοι απομάκρυναν τους μοναχούς και συνέλαβαν τον Αμμώνιο, ο οποίος, με εντολή του Ορέστη, βασανίστηκε και πέθανε.

Το συμβάν αυτό, όξυνε τις, ήδη τεταμένες, σχέσεις ανάμεσα στον Κύριλλο και τον Ορέστη. Η Υπατία, φίλη του Ορέστη από την αρχή της θητείας του στην πόλη, κατηγορήθηκε ότι ήταν εμπόδιο στον συμβιβασμό, ανάμεσα στον πατριάρχη και τον έπαρχο.

Ο πιστός μαθητής και φίλος της Υπατίας Συνέσιος, που ήταν επίσκοπος της Κυρηναϊκής Πεντάπολης, προσπάθησε να μεσολαβήσει, για να συμβιβαστούν ο Θεόφιλος και η Υπατία, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία.
Ως την εποχή εκείνη (414), η Υπατία δεν είχε κανένα πρόβλημα με τις εκκλησιαστικές αρχές και αντιμετωπιζόταν από όλους με μεγάλο σεβασμό.
Ο λαός ήξερε, ότι η σοφία, η πολυμάθειά της και οι ηθικές αρχές της, έκαναν τους άρχοντες να ζητούν τις συμβουλές της.

Χάρη στην υποστήριξη της Υπατίας, ο Ορέστης κατάφερε το 414 – 415, να δημιουργήσει ένα είδος πολιτικού κόμματος στην Αλεξάνδρεια. Σ’ αυτό ίσως να τον βόηθησαν και οι ηγέτες της εβραϊκής κοινότητας.

Η συμμαχία αυτή της Υπατίας και του Ορέστη, φαίνεται ότι θορύβησε τον Κύριλλο. Οι μαθητές της φιλοσόφου, ήταν αριστοκρατικής καταγωγής και κατείχαν σημαντικά αξιώματα στον κρατικό μηχανισμό και την Εκκλησία.
Η Υπατία έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης στην πόλη της Αλεξάνδρειας, είχε λάβει πολλές τιμητικές διακρίσεις, ενώ ο Κύριλλος, ήταν μάλλον ανεπιθύμητος και αντιπαθής από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τα καθήκοντά του.

Θεωρώντας την Υπατία εχθρό του, ο Κύριλλος σκέφτηκε ότι η καλύτερη μέθοδος για να την πολεμήσει, ήταν η αρνητική προπαγάνδα εναντίον της. Ο Ιωάννης Νικίου ( Χριστιανός επίσκοπος και χρονογράφος του 8ου αιώνα), αναφέρει ότι την παρουσίαζαν σαν μάγισσα και την κατηγορούσαν για μαύρη μαγεία, η οποία τιμωρούνταν αυστηρότατα από το νομικό σύστημα της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Η μαύρη μαγεία, ήταν τόσο παλιά, όσο και οι περιβόητοι, απαγορευμένοι 12 Σμαράγδινοι Πίνακες του Θωθ, οι οποίοι αποδίδονται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο. (Περισσότερα γι’ αυτούς τους μάλλον άγνωστους Πίνακες, μπορούν οι αναγνώστες να βρουν στο διαδίκτυο και στο βιβλίο «Οι Σμαράγδινοι Πίνακες του Θωθ» του A, S. Raleigh).

Έτσι, οι Αλεξανδρινοί, πείστηκαν ότι η Υπατία ήταν αφοσιωμένη στη μαγεία, τους αστρολάβους και τα όργανα της μουσικής. Ως πρόσθετα επιχειρήματα, οι εκκλησιαστικοί προπαγανδιστές, παρουσίαζαν και την ενασχόληση του πατέρα της Θέωνα με την αστρολογία και τη μαγεία, τα γραπτά του για την ερμηνεία των ονείρων και τις επισκέψεις των Αλεξανδρινών αστρολόγων σπίτι του.

Μάλιστα έλεγαν ότι «μάγεψε πολλούς με τα διαβολικά τεχνάσματα» και ότι «το πρώτο της θύμα ήταν ο κυβερνήτης της πόλης Ορέστης».

Ο Ιωάννης Νικίου μάλιστα, κατηγορεί την Υπατία για τις διαμάχες μεταξύ Χριστιανών και Εβραίων που είδαμε παραπάνω. Έτσι, οι συκοφαντίες σε βάρος της Υπατίας έπιασαν τόπο. Δημιουργήθηκε μια ομάδα που αποφάσισε να σκοτώσει τη φιλόσοφο. Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός λέει ότι είχαν «άγριες διαθέσεις», ο Ιωάννης Νικίου τους αποκαλεί «πλήθος πιστών στον Θεό» και ο Δαμάσκιος τους ονομάζει θηρία μάλλον, παρά ανθρώπινα πλάσματα.
Επικεφαλής όλων αυτών, ήταν κάποιος Πέτρος, εκκλησιαστικός δάσκαλος ή κληρικός κατώτερου βαθμού.

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΤΙΑΣ

Τον Μάιο του 415, ο όχλος καθοδηγούμενος από τον Πέτρο, περίμενε την Υπατία η οποία επέστρεφε σπίτι της μετά από μια βόλτα στην πόλη. Την έβγαλαν βίαια από την άμαξά της και την έσυραν στην εκκλησία Καισάρειον, ένα πρώην ιερό της αυτοκρατορικής λατρείας και τη σκότωσαν με θραύσματα αγγείων (οστράκοις ανείλον). Ύστερα, έσυραν το άψυχο σώμα της σε ένα μέρος έξω από την πόλη το οποίο ονομαζόταν Κίναρον και το παρέδωσαν στην πυρά.

Κατά τη διήγηση του Ιωάννη Νικίου: «Ορισμένοι χριστιανοί, οδηγούμενοι από τον Πέτρο, έναν άνθρωπο απόλυτα πιστό στον Ιησού Χριστό, βγήκαν από την πόλη σε αναζήτηση της παγανίστριας. Την βρήκαν καθισμένη σε μια (επιβλητική) καρέκλα να δίνει, κατά τα φαινόμενα, κάποια διάλεξη. Από εκεί την έσυραν στην εκκλησία όπου έσκισαν τα φορέματά της και την κακοποίησαν. Ύστερα την έσυραν μέσα στους δρόμους της πόλης μέχρι να πεθάνει. Τελικά μετέφεραν το σώμα της σε μια τοποθεσία που λεγόταν Κίναρον όπου το έκαψαν».

Ο Ιωάννης Μαλάλας, γράφει επίσης ότι μετά τη δολοφονία, το σώμα της παραδόθηκε στην πυρά, ενώ ο Ησύχιος σημειώνει: «Οι Αλεξανδρινοί έκαναν κομμάτια το σώμα της και τοα σκόρπισαν σε όλη την πόλη».
Φαίνεται λοιπόν καθαρά, ότι οι δολοφόνοι της Υπατίας, σκότωσαν τη γυναίκα που αποτελούσε τον σημαντικότερο αντίπαλο του Κύριλλου και υποστήριζε τον έπαρχο Ορέστη, ο οποίος βρισκόταν σε κόντρα με τον Πατριάρχη.

Ο Ορέστης μετά τη δολοφονία, πρέπει να ανακλήθηκε ή υπέβαλε την παραίτησή του. Εναντίον του Κύριλλου, φαίνεται ότι κινήθηκαν μόνο οι δημοτικοί σύμβουλοι της Αλεξάνδρειας. Ωστόσο, ακόμα και στο περιβάλλον του, τότε, αυτοκράτορα (Θεοδόσιος Β’ ο Μικρός), υπήρχαν υποστηρικτές του Κύριλλου. Ένας μάλιστα από αυτούς, ο Αιδέσιος, προσπάθησε να δωροδοκήσει τους φίλους του αυτοκράτορα.

ΗΤΑΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΤΗΣ ΥΠΑΤΙΑΣ;

Όλοι οι ιστορικοί που έχουν μελετήσει το θέμα της Υπατίας, συμφωνούν ότι ο Κύριλλος είχε κάποια ενοχή (μικρή ή μεγάλη) για τον θάνατό της. Εξαίρεση αποτελεί ο F. Sehaefer, ο οποίος στο έργο του «St. Cyril of Alexandria and the murder of Hypatia, Catholic University Bulletin 8.4 C 1902, σελ. 441-453), απαλλάσσει πλήρως τον Κύριλλο και ρίχνει τις ευθύνες στον Ορέστη. Ο Ρουζέ και άλλοι, υποστηρίζουν ότι ο Κύριλλος δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τον σχεδιασμό του εγκλήματος. Ο Σωκράτης, ο Ησύχιος και ο Δαμάσκιος, θεωρούν τη ζηλοφθονία του Κύριλλου αιτία του θανάτου της Υπατίας και την πραγματοποίησε με τη βοήθεια των ανθρώπων του. Ο Ησύχιος αναφέρει ότι ο όχλος της Αλεξάνδρειας διέπραξε δύο ακόμα εγκλήματα, με θύματα επισκόπους.

Το 361, σκότωσαν τον Γεώργιο, αρειανό επίσκοπο της πόλης και το 457 τον επίσκοπο Προτέριο. Και οι δύο ήταν διορισμένοι από τους αυτοκράτορες. Αφού δολοφονήθηκαν τα άψυχα σώματά τους, σύρθηκαν μέσα στην πόλη και στη συνέχεια κάηκαν όπως κι η Υπατία.

Υπάρχει μια άποψη σε πολλούς μελετητές, σύμφωνα με την οποία ο φόνος της Υπατίας διαπράχθηκε από μοναχούς.

Όμως ο Σωκράτης αναφέρει ότι οι τελευταίοι, τρομοκρατημένοι μετά τη λαϊκή αντίδραση για την επιθετικότητά τους εναντίον του Ορέστη επέστρεψαν στα καταφύγιά τους στην έρημο. Ο Ρουζέ, ισχυρίζεται ότι ορισμένοι μοναχοί επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια μετά από εντολή του Κύριλλου και ενώθηκαν με άλλους φανατικούς για να δολοφονήσουν την Υπατία.

Ο Ιωάννης Νικίου, κατηγορεί για τον φόνο Αλεξανδρινούς που διακρίνονταν για τη «βαθιά τους θρησκευτικότητα». Ο Ησύχιος γράφει: «Την έκαναν κομμάτια οι Αλεξανδρινοί». Ο Θεοφάνης (8ος αιώνας), γράφει ότι η αποτρόπαια πράξη έγινε από μια ομάδα από το πλήθος της πόλης, χωρίς να αναφέρεται σε μοναχούς.

Ο Φιλοστόργιος, επιρρίπτει το έγκλημα στους Ορθόδοξους Χριστιανούς και συγκεκριμένα σε μια ομάδα τους που είχε σχέση με την αλεξανδρινή Εκκλησία και τον Κύριλλο.

Ο Nain de Tillemont, ήταν ο πρώτος που θεωρεί υπεύθυνους για τον θάνατο της Υπατίας τους «παραβολάνους» και φαίνεται ότι έχει δίκιο. Ποιοι ήταν όμως οι παραβολάνοι;

Παραβολάνοι, ονομάζονταν δυνατοί νέοι άνθρωποι της αλεξανδρινής εκκλησίας, έργο των οποίων ήταν να συγκεντρώνουν τους ασθενείς, τους ανάπηρους και τους άστεγους της πόλης και να τους βάζουν σε νοσοκομεία ή εκκλησιαστικά πτωχοκομεία. Σύντομα όμως εξελίχθηκαν σε ένα είδος στρατιωτικού σώματος του Πατριάρχη Αλεξανδρείας που αναλάμβανε δράση εναντίον των εχθρών του.

Σύμφωνα με τη Maria Dzielska, από το ιστορικό δοκίμιο της οποίας «Υπατία η Αλεξανδρινή», εκδ. Ενάλιος 1997, αντλήσαμε τα περισσότερα στοιχεία για το άρθρο αυτό, «είναι βέβαιο ότι οι παραβολάνοι διέπραξαν τον φόνο της Υπατίας». Αυτοί διέδιδαν τα ψέματα ότι η Υπατία επιδιδόταν σε μαγικές πρακτικές, αυτοί δημιούργησαν τα επεισόδια με τους Εβραίους, επηρέασαν τον αλεξανδρινό όχλο και άρχισαν την εκστρατεία εναντίον της.

Όπως γράφει ο Gr. De Nevval, Les Filles du feu, Angelidue: «Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και το Σεραπείον κάηκαν και καταστράφηκαν τον 4ο αιώνα από τους χριστιανούς, οι οποίοι σφαγίασαν κι έσυραν στους δρόμους την περίφημη Υπατία, την πυθαγόρεια φιλόσοφο».

Σίγουρα, η πυρπόληση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, το 391 από τους χριστιανούς μετά από εντολή του Μέγα Θεοδόσιου, με περισσότερους από 500.000 τόμους χειρογράφων (πάπυροι, περγαμηνές κλπ.) και η δολοφονία της Υπατίας, αποτελούν στίγματα για τον χριστιανισμό, καθώς, εκτός από όλα τα άλλα, είναι και ενέργειες αντίθετες προς τη χριστιανική διδασκαλία.
Αν οι εκατοντάδες χιλιάδες τόμοι της βιβλιοθήκης, είχαν διασωθεί, είναι σίγουρο ότι η ιστορία της ανθρωπότητας θα ήταν τελείως διαφορετική…